Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας (τόσο μακριά, τόσο κοντά…).

Πιθανότατα, το πιο πολυσυζητημένο θέμα των ημερών να είναι ο τρόπος με τον οποίο το «κίνημα» των διαμαρτυρόμενων (ή αγανακτισμένων) θα καταφέρει να εφαρμόσει στην πράξη όσα αποφασίζονται από τις Συνελεύσεις, δηλαδή, το πώς θα υλοποιηθούν οι αποφάσεις που λαμβάνονται με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και πώς θα πραγματοποιηθούν τα αιτήματα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και άλλα, που αναδεικνύονται μέσα από τις διαδικασίες αυτές.Για άλλους, κύριο αίτημα του κινήματος είναι η «άμεση δημοκρατία», για άλλους η κατ’ αρχήν ανατροπή του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού, για άλλους, ίσως, κατ’ αρχήν η μη εφαρμογή του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος της Κυβέρνησης και για άλλους ένας συνδυασμός όλων αυτών ή/και κάτι άλλο (π.χ. μια πιο δίκαιη κοινωνία, η εθνικοποίηση των τραπεζών, η τροποποίηση του Συντάγματος ή και η θέσπιση ενός νέου Συντάγματος, η διενέργεια δημοψηφίσματος κλπ.).
Πάντως, όλα τα αιτήματα που αναδεικνύονται ως τέτοια, από το κίνημα του τελευταίου μήνα, έστω κι αν, αναπόφευκτα, διατυπώνονται με βάση μία συγκεκριμένη πολιτική, ιδεολογική ή φιλοσοφική τοποθέτηση και κοινωνική – οικονομική καταγωγή (οι οποίες συχνά διαφέρουν),σκοπό έχουν να επιφέρουν μία, περισσότερο ή λιγότερο, ριζοσπαστική αλλαγή.
Πάντα φτάνουμε λοιπόν στο πώς θα πραγματοποιήσουμε όλα αυτά για τα οποία μιλάμε μεταξύ μας.
Και σ’ αυτό το επίπεδο της συζήτησης υπάρχουν πολλές προτάσεις και ιδέες, που τείνουν να δώσουν λύση στο ερώτημα, είτε με πιο γενικό τρόπο είτε με πιο αποσπασματικό: πορείες, συγκεντρώσεις, περικύκλωση της Βουλής, τοπικές συνελεύσεις, συνελεύσεις σε χώρους εργασίας, καταλήψεις δημοσίων κτιρίων, διαρκής ενημέρωση του κόσμου, υποστηρικτικές δραστηριότητες (π.χ καλλιτεχνικά δρώμενα) κλπ. και βέβαια, απεργίες, ή γενική απεργία διαρκείας.
Θα σταθώ στην τελευταία πρόταση η οποία έχει συζητηθεί και συζητείται συνέχεια (και) από τη Λαϊκή Συνέλευση της πλατείας Συντάγματος, για κάλεσμα σε Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας, προσπαθώντας να εστιάσω στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτής της προοπτικής και να αρχίσω μία συζήτηση για το πώς θα μπορούσε να οργανωθεί μία τέτοιας μορφής απεργία.
Κατ’ αρχήν, το δικαίωμα της απεργίας (το οποίο είναι ταυτόχρονα ατομικό και συλλογικό δικαίωμα αλλά και θεσμική εγγύηση) κατοχυρώνεται από την παρ. 2 του αρθρ.23 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή«Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων, ενώ στο επόμενο εδάφιο της παραγράφου αυτής τίθενται κάποιες εξαιρέσεις στο γενικό αυτό κανόνα, που αφορούν: α) την απαγόρευση της απεργίας στους δικαστές και β) τη θέση περιορισμών στο δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημοσίων υπαλλήλων (με την ευρεία έννοια του δημοσίου τομέα) και όσων εργάζονται σε κάθε μορφές επιχειρήσεις «…που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου», ενώ στο τέλος αναφέρεται ότι «Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του.».
Επίσης, αξίζει ν’ αναφερθεί ότι το δικαίωμα της απεργίας κατοχυρώνεται και από διεθνείς συμβάσεις (π.χ. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων Ανθρώπου – Ε.Σ.Δ.Α. άρθρ.11).
Όταν μιλάμε για Πολιτική Απεργία, εννοούμε την απεργία της οποίας ουσιαστικός αποδέκτης είναι το κράτος και έχει ως σκοπό αιτήματα που κάμπτουν κατά κάποιο τρόπο, μία από τις 3 μορφές εξουσίας που κατοχυρώνονται συνταγματικά (άρθρο 26), δηλαδή τη νομοθετική, την εκτελεστική ή την δικαστική. Η Πολιτική Απεργία δεν έχει αποδέκτη τον εργοδότη (νομικό ή φυσικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), τον αντισυμβαλλόμενο (σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο), ή κάποιο αφεντικό, δεν έχει συγκεκριμένα κλαδικά, επαγγελματικά ή ατομικά αιτήματα, αλλά, αντίθετα, προτάσσει ως κύρια αιτήματά της την μη-νομοθέτηση, μη-εφαρμογή, μη-εκτέλεση, δηλαδή την μερική ή ολική μη-άσκηση (ή αναστολή) κάποιας επιλογής ή απόφασης μίας εκ των τριών προαναφερόμενων μορφών εξουσίας.
Συνεπώς, σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία στη νομική επιστήμη, το αρθρ.23 παρ. 2 Σ. δεν καλύπτει την απεργία ως μέσο αντίστασης εναντίον κάθε προσπάθειας βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος, αλλά η απεργία αυτή αντιμετωπίζεται αποκλειστικά από το άρθρ.120 παρ.4 Σ., δυνάμει του οποίου επιβάλλεται αντίσταση με κάθε μέσο στις περιπτώσεις αυτές, άρα και με απεργιακές κινητοποιήσεις κάθε μορφής.
Το αν και σε ποιο βαθμό οι, μετά Μνημονίου, πολιτικές επιλογές της συγκεκριμένης Κυβέρνηση αποτελούν ή όχι προσπάθεια βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος και το αν μία Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας είναι, κατ’ ακολουθία, «νόμιμη» ή «μη νόμιμη» και αν υπάγεται στις διατάξεις του αρθρ.23 παρ.2 ή 120 παρ.4 του Συντάγματος, είναι όμως μία συζήτηση που περισσότερο αφορά τη θεωρητική νομική επιστήμη παρά την πραγματικότητα που ζούμε. Κι αυτό γιατί, όσο πιο μαζικό γίνεται ένα κίνημα, τόσο περισσότερο νομιμοποιείται, σε κάθε περίπτωση, να επιβάλλει το δικό του νέο δίκαιο, να «γεννήσει» δίκαιο (το οποίο βέβαια θα είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας πραγματικής, άμεσης, δημοκρατίας).
Με αυτή την έννοια, ακόμα και η νομιμότητα μίας επαναστατικής διαδικασίας και η κάθε επιμέρους επαναστατική πρακτική (όπως είναι και η Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας) κρίνεται εκ του αποτελέσματος (αν δηλαδή επικράτησε ή όχι) με κύριο κριτήριο αφ’ ενός την μαζική συμμετοχή σ’ αυτή και αφ’ ετέρου την όσο το δυνατόν πιο μαζική αποδοχή του επαναστατικού «αποτελέσματος».
Η τάση που υπάρχει στις κοινωνίες (καλύτερα: στα μέλη μίας δεδομένης κοινωνίας) να έχουν μία μεταφυσική αντίληψη για το δίκαιο, είναι εντελώς λανθασμένη και δεν δικαιώνεται ιστορικά. Η κοινωνία η ίδια είναι αυτή που κάθε φορά αποφασίζει τί θεωρεί έννομο αγαθό και πώς το προστατεύει. Κάθε αντίληψη ότι υπάρχουν και νόμοι που ισχύουν αξιωματικά σε κάθε κοινωνία, έξω, πάνω και πέρα από αυτήν, αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής αντίληψης του δικαίου.
Η Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας, φαίνεται να είναι λοιπόν το ισχυρότερο όπλο που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή, και μάλιστα τόσο από ιδεολογική-πολιτική, όσο και από πρακτική άποψη.
Από πολιτική άποψη γιατί:
1.Είναι ίσως η μόνη επαναστατική πρακτική που το κράτος δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει χωρίς απίστευτες απώλειες. Φανταστείτε να μην δουλεύει απολύτως κανείς. Κλειστό το δημόσιο, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια. Μία χώρα χωρίς συγκοινωνίες και μεταφορές, με κλειστά σχολεία και πανεπιστήμια, με κλειστά νοσοκομεία, με γιατρούς άφαντους, με κλειστά δικαστήρια λόγω απεργίας δικηγόρων και δικαστικών υπαλλήλων (γραμματέων), με κλειστά τα πάσης φύσεως εμπορικά καταστήματα, με κλειστά όλα τα εργοστάσια και όλες τις παραγωγικές μονάδες. Χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό (παρά μόνο για ελάχιστες ώρες), χωρίς επικοινωνίες… Και όλα αυτά χωρίς καμμία προοπτική εξόδου, χωρίς συμφωνημένη και γνωστή ημερομηνία αναστολής της απεργίας. Η οικονομική ζημιά που θα υποστούν κράτος και κεφάλαιο θα είναι ανυπολόγιστη (το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει με τις 24ωρες απεργίες που τους χαρίζει απλώς μεροκάματα).
Αυτοί που τώρα μας λένε π.χ. ότι ο δημόσιος τομέας είναι τεράστιος και ζημιογόνος, θα το νοσταλγήσουν σε ελάχιστες ώρες, ακριβώς επειδή όλος ο μηχανισμός στήριξής τους θα είναι απών και αυτοί θα βρεθούν στον αέρα…
Κυβέρνηση, Ε.Ε., Ε.Κ.Τ. και Δ.Ν.Τ. θα χάσουν την ψυχραιμία τους μέσα σε ελάχιστες ώρες. Σε ελάχιστες μέρες θα έχουν λυγίσει.
2.Θα δημιουργήσει συνειδήσεις και θα (κατα)δείξει στον κόσμο τόσο τη δύναμή του όσο και το πόσο απαραίτητη είναι σε ένα κοινωνικό αγώνα, η αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα θα αποτελέσει μία παρακαταθήκη για το μέλλον και ένα μάθημα πολιτικοποίησης, όχι μόνο όσων ζουν σ’ αυτή τη χώρα αλλά και όσων ζουν καθημερινά με τα ίδια ή παρόμοια προβλήματα, οπουδήποτε, δημιουργώντας, ενδεχομένως, μία διεθνή επαναστατική συνείδηση
3.Θα ξεπεράσει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις στο βαθμό που αυτές είναι αναποτελεσματικές και διαπλεκόμενες ή παραπαίουσες μέσα στη γραφειοκρατία και θα αναδείξει, μέσα από διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας, νέους φορείς στους χώρους εργασίας.
4.Θα θέσει τις πραγματικές βάσεις για τη μετάβαση στο κύριο αίτημα των καιρών: την Άμεση Δημοκρατία.
Από πρακτική άποψη γιατί:
Σε κατάσταση Γενικής Πολιτικής Απεργίας Διαρκείας οι μόνοι που θα δουλεύουν είναι οι εργαζόμενοι (ή «εργαζόμενοι»…;) στα μέσα καταστολής. Σε κατάσταση χάους θα είναι σχεδόν αδύνατο να επιβληθούν στο λαό. Είναι άλλο πράγμα να πολιορκήσουν τη Βουλή ακόμα και 1.000.000 άνθρωποι (μία αποφασισμένη εξουσία είναι πιθανό να νικήσει αν π.χ. χρησιμοποιηθούν 30.000 αστυνομικοί και μερικές εκατοντάδες ασφαλίτες – προβοκάτορες που δεν θα διστάσουν να βγάλουν τ’ αυτόματα) συγκεντρωμένοι σε ένα μέρος και άλλο να παραλύσει μία χώρα ολόκληρη με έναν τρόπο τόσο καταλυτικό και ο καθένας ν’ αντιστέκεται τόσο ειρηνικά όσο μόνο ένας «τεμπέλαρος» (που αρνείται να δουλέψει) μπορεί…
Εκτός από αυτό, οι δυνάμεις καταστολής, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορέσουν να καταστείλουν μία εξέγερση που θα έχει χιλιάδες πυρήνες (π.χ. τις απεργιακές επιτροπές που θα διαφυλάσσουν κάθε εργασιακό χώρο).
Κι εδώ φτάνουμε στο τελευταίο ζήτημα: Πώς μπορεί να οργανωθεί μία τόσο μαζική απεργία διαρκείας και μάλιστα σε καιρούς απίστευτης φτώχειας, κοινωνικής ομηρίας και εργασιακής τρομοκρατίας;
Με δεδομένο ότι συνδικάτα και τα κόμματα δεν θέλουν ή/και δεν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο, απομένει σ’ εμάς, να προετοιμάσουμε με κάθε τρόπο τον κόσμο ώστε να συμμετέχει καθολικά σε μία Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας.
Είναι προφανές ότι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Ίσως το τελευταίο παράδειγμα πολιτικής απεργίας στην Ευρώπη να πρέπει να το ψάξουμε στον Μάη του 1968 και στην Ελλάδα μάλλον πρέπει να ανατρέξουμε στις αρχές του εμφυλίου πολέμου (διορθώστε με αν κάνω λάθος), ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι και πολλές οι περιπτώσεις που πραγματοποιήθηκε μία τέτοια απεργία.
Οι Λαϊκές Συνελεύσεις στις 70 περίπου πόλεις της χώρας, δεν φαίνεται ακόμα να έχουν τέτοια οργανωτική δύναμη ώστε να υποκινήσουν άμεσα τον κόσμο σε μία τόσο ριζοσπαστική ενέργεια.
Από την άλλη πλευρά, μέρα με τη μέρα, η ιδέα της Γενικής Πολιτικής Απεργίας Διαρκείας, συζητείται όλο και περισσότερο από χιλιάδες ανθρώπους. Είναι ίσως η πιο συχνή φράση που θ’ ακούσει κανείς αν κάνει μία βόλτα ανάμεσα σε όσους συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις. Σε ένα λαό που κοιμάται βαθιά για τουλάχιστον 30-35 χρόνια, το να είναι το πρώτο θέμα συζήτησης (έστω και υπό τη μορφή ονείρου θερινής νυκτός…) μέσα σε 26 μέρες, δεν είναι κάτι που μπορεί ν’ αγνοηθεί.
Σε συνδυασμό με άλλες προτάσεις που γίνονται καθημερινά και αφορούν το πώς θα καταφέρουμε όσα επιδιώκουμε, όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, οι Συνελεύσεις και ο καθένας μας ξεχωριστά, πρέπει να δώσουμε έναν πολυεπίπεδο αγώνα προκειμένου να πείσουμε την κοινωνία ότι η Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας είναι η πιο δραστική και σίγουρη λύση.
Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρξει ενημέρωση σε κάθε χώρο εργασίας, σε κάθε επαγγελματικό κλάδο κλπ. όσον αφορά:
-το τί σημαίνει «συμμετέχω σε Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας»
-τί προσπαθώ να καταφέρω με αυτό τον τρόπο
-ως που πρέπει να φτάσω προκειμένου να την προασπίσω
Οι απαντήσεις υπάρχουν μέσα μας.
Ενδεικτικά αναφέρω τις πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό:
-Δημιουργία ταμείων από τις Συνελεύσεις για κυκλοφορία φυλλαδίων, για κυκλοφορία αυτοκινήτων που θα μεταδίδουν μηνύματα και καλέσματα σε κάθε γειτονιά και εργασιακό χώρο, για καταχώριση πληρωμένων σχετικών ανακοινώσεων σε μεγάλες εφημερίδες της Ελλάδας και της Ευρώπης, με τις οποίες θα αναλύεται το σκεπτικό που οδήγησε σε μία τέτοια απόφαση,
-Δημιουργία απεργιακών επιτροπών με σκοπό να διαφυλάξουν με οποιοδήποτε μέσο την τήρηση της απεργίας από όλους (όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα στον οποίο, κυρίως, επικρατεί εργοδοτική τρομοκρατία, θα πρέπει να είναι σαφές, εκ των προτέρων, ότι δεν θα επιτραπεί με κανένα τρόπο σε κανένα απολύτως εργοδότη, «μικρό» ή «μεγάλο» να εκβιάσει κανένα απολύτως εργαζόμενο, και ότι οι απεργιακές επιτροπές είναι αποφασισμένες να επιβάλλουν την απόφαση της κοινωνίας για Πολιτική απεργία με απόλυτη αποφασιστικότητα).
Ακόμα κι αν περάσει το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα από τη Βουλή, το παιχνίδι δεν θα έχει χαθεί, αρκεί ν’ αρχίσουμε από τώρα να οργανώνουμε την Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας και να προσηλωθούμε στον απόλυτα συγκεκριμένο αυτό στόχο μας.
Διαφορετικά (κι αυτό αφορά όσους πιστεύουν ότι μία τέτοια πρακτική είναι αδύνατη), πολύ σύντομα, το μόνο δικαίωμα που θα μας έχει απομείνει είναι αυτό που οι νεοφιλελεύθεροι λένε με περισπούδαστο ύφος σε σχετικές συζητήσεις, όταν κάποιος μιλάει για το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της απεργίας, ότι δηλαδή υπάρχει και «το δικαίωμα της μη συμμετοχής στην απεργία…».
Ας σκεφτούμε σε ποια θέση βρισκόμαστε σήμερα και ας σκεφτούμε ποιά δικαιώματά μας οφείλουμε να υπερασπίσουμε. Μπορεί να φαίνεται σε πολλούς ότι τα αιτήματά μας είναι απραγματοποίητα αλλά, όσο μακριά είναι, άλλο τόσο είναι εύκολο να φτάσουμε κοντά στην πραγματοποίησή τους, αρκεί να είμαστε αποφασισμένοι ως προς τι θέλουμε και πώς θα το διεκδικήσουμε. Διαφορετικά θα φτάσουμε να το προσπαθούμε απροετοίμαστοι, όταν, μέσα στους επόμενους μήνες, πολλοί από εμάς δεν θα έχουμε ρεύμα, νερό, στέγη και ένα πιάτο φαγητό.
πηγή:eagainst.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου